Κυριακή, 5 Ιανουαρίου 2014

Τελικά

Είχε σταματήσει ξαφνικά, για αρκετή ώρα. Τριγύρω του υψώνονταν πολυκατοικίες. Μπροστά του υπήρχε ένα πάρκο, ένα ησυχαστήριο για τους τριγύρω κατοίκους. Έκανε δυο τρία βήματα σαν να ήθελε να προσανατολιστεί. Είχε χαθεί μες στις σκέψεις, η θολούρα των οποίων τον είχαν οδηγήσει σε ένα μέρος που δεν ήξερε. Αν και εδώ και χρόνια περηφανευόταν πως ήξερε κάθε δρομάκι κάθε μικρή πλατεία. Του άρεσε να περπατά και να χάνεται στις εικόνες.
Ο ήλιος που έδυε έκανε τις πολυκατοικίες να φαίνονται καινούριες ή τουλάχιστον καλοδιατηρημένες. Είχαν, στο γνώριμο για το μάτι του σχέδιο που επικρατούσε σε όλη την πόλη. Σαν όλοι οι αρχιτέκτονες να είχαν κάνει κάποια μυστική συμφωνία. Αυτή θα ήταν, χωρίς καμιά αμφιβολία, να διατηρήσουν το σχέδιο όσο πιο μουντό και αδιάφορο μπορούσαν.
Αποφάσισε να κάτσει σε εκείνο το πάρκο, να αναπαυτεί για λίγο. Ήταν σίγουρος πως περπατούσε για αρκετές ώρες. Τα πόδια του του φανέρωναν αυτή τη λεπτομέρεια. Διασχίζοντας το πάρκο παρατήρησε πως οι κάτοικοι το διατηρούσαν καθαρό και το πρόσεχαν. Βρήκε ένα παγκάκι, στα μάτια του ήταν σαν ο πιο απαλός καναπές που είχε δει ποτέ. Ξεκουράστηκε για λίγο. Έριξε μια ακόμη ματιά τριγύρω. Ο ήλιος δεν φαινόταν πια στον ορίζοντα. Η νύχτα ανέβαινε στο θρόνο. Το βλέμμα του πέρασε από τα διαμερίσματα.  Με μια γρήγορη ματιά, θα συμπέρανες πως έσφυζαν από κόσμο. Αν και δεν είχε δει κανέναν μέχρι τώρα.
Μες στην ησυχία που προσφέρει η νύχτα. Η θολούρα έφευγε, το πάζλ των σκέψεων ξεκαθάριζε. Είχε φύγει από την δουλειά κατά τις τρεις. Είχε αποφασίσει να κάνει μια βόλτα. Να ηρεμήσει από τις σκέψεις που τον καταλάμβαναν εδώ και μέρες. Η δουλειά του μια σίγουρη δημόσια δουλειά. Είχε ξεχάσει εδώ και χρόνια τη χαρά που είχε νιώσει, όταν τελικά πήρε την θέση. Λίγο λίγο τη χαρά διαδέχτηκε η μιζέρια, η ρουτίνα. Οι αληθινοί φίλοι αντικαταστάθηκαν από γνώριμους, οι κοινωνικές τυπικότητες τον είχαν κουράσει.
Κυλισμένος στις εικόνες που είχαν ξεθωριάσει. Στα όνειρα που μόνο όνειρα έμειναν, ένιωσε ένα ρίγος. Μια ψύχρα τύλιξε το σώμα του. Ψίθυροι γέμισαν το χώρο. Αφού άνοιξε τα μάτια αντίκρισε ότι οι πολυκατοικίες είχαν μεταμορφωθεί σε ερείπια. Η νεότητα και η λαμπρότητα που ακτινοβολούσαν είχε χαθεί. Οι ψίθυροι συνέχιζαν να αντηχούν στο χώρο. Γνώριμοι ψίθυροι. Όσο περνούσε ο χρόνος, γίνοταν πιο ξεκάθαροι.  <<Ποιος>> και <<προσπάθησε>> ξεχώρισαν από τις ξεθωριασμένες λέξεις. Ο σύνδεσμος έγινε αυτόματα με τις σκέψεις και  το λόγο που είχε περπατήσει τόση ωρα. <<Τι νόημα έχει η ζωή του καθενός χωρίς μια αφετηρία ένα στόχο, ένα μαγικό δάσος, την αιώνια γαλήνη , το παράδεισο που ψάχνει  απεγνωσμένα. Τελικά ποιο είναι το νόημα. Το μονόπατι που έχτιζα δεν φάνηκε γερό, και στο σίγουρο κοινωνικό δρόμο επανήλθα>>.                                                                                                                                                                                                                                                                                        

ra.ka.ma.hi

2 σχόλια:

  1. Ότι χτίζεται μένει πάντα και που ξέρεις στο μέλλον..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πρέπει να γράφεις πιο συχνά man

    ΑπάντησηΔιαγραφή