Κυριακή, 2 Φεβρουαρίου 2014

Αφηρημένο

Γεννήθηκε κάτω από ένα ψυχρό φεγγάρι, μέσα στην κινούμενη άμμο που οι άρρωστοι κάτοικοί της αποκαλούν κοινωνία. Οι γονείς του τον έλιωναν κάθε μέρα και τον έβαζαν σε καλούπια διαφόρων μεγεθών και σχημάτων, ανάλογα με την μόδα και τις ανάγκες της στιγμής. Πονούσε, αλλά τι να κάνει; Έπαιρνε το σχήμα που του έδιναν και προσπαθούσε να τους ευχαριστήσει όλους. Στο καλούπι της οικογένειας ήταν καλό παιδί, στο καλούπι του σχολείου άριστος μαθητής. Η μεταμόρφωση είχε μπει τόσο πολύ μέσα του, που πλέον νόμιζε ότι τα καλούπια ήταν το δέρμα του, και φορούσε τους τίτλους και τα ονόματά του σαν περίτεχνες δερματοστιξίες, τόσο που στο τέλος δεν τα ξεχώριζε από το δέρμα του, δεν τα ξεχώριζε από την ψυχή του.

Κι έτσι διέσχιζε περήφανος το πανηγύρι της ζωής, με την σιγουριά που μόνο η μεγάλη εξυπνάδα μπορεί να προσδώσει, την σιγουριά που είναι κοινό χαρακτηριστικό όλων των ηλιθίων. Έχτιζε ναούς στην σκέψη και την γνώση και τις προσκυνούσε με φανατισμό και πάθος. Η σκέψη, όμως, είναι θεός σκληρός και εκδικητικός, και τον φυλάκιζε, τον έπνιγε και τελικά τον άφηνε ανικανοποίητο, σαν βρώμικο σεξ που δεν μπορεί ποτέ να φτάσει σε οργασμό. Οι σκέψεις του γελούσαν μαζί του. Δεν ξέρεις, του έλεγαν, δεν μπορείς ποτέ να ξέρεις, γι αυτό θα ψάχνεις πάντα, θα αγωνίζεσαι, θα αγωνιάς, και συνεχώς θα κοιτάζεις πίσω από τον ώμο σου, τρομαγμένος, περιμένοντας να δεις τον θάνατο να σε πλησιάζει, αυτόν τον αμείλικτο ξένο πέρα από την κατανόησή σου, που θα έρθει να διακόψει την αναζήτησή σου. Και αυτό έκανε. Όμως έπρεπε να κοιτάζει και μπροστά, συνέχεια μπροστά, να τρέχει πάντα. Γι' αυτό μπήκε πάλι στο αγαπημένο του καλούπι και έφτιαξε ένα δεύτερο πρόσωπο στο πίσω μέρος του κεφαλιού του για να μπορεί να βλέπει πίσω. Έτσι νόμιζε θα τα κατάφερνε. Και έτρεχε συνέχεια, άσκοπα, προς κάθε κατεύθυνση, βάζοντας στόχους μόνο και μόνο για να τους βλέπει να γίνονται πραγματικότητα. Και όσο πετύχαινε, το μπροστινό του πρόσωπο έπαιρνε μια έκφραση μανιακής, άγριας χαράς, μισώντας όλους όσους δεν ήταν αρκετά καλοί για να τα καταφέρνουν. Το πίσω πρόσωπό του, όμως, γέμιζε τρόμο, γιατί αναγνώριζε ότι όσο δυνατός κι αν γινόταν, ο Ξένος θα ήταν πάντα δυνατότερος και θα του στερούσε όλα τα πλούτη που είχε στοιβάξει μέσα στο εύθραυστο κεφάλι του.

Ώσπου μια μέρα δεν άντεξε το βάρος των δυο προσώπων του και έπεσε. Ήταν η πρώτη φορά στην ζωή του που αναγκάστηκε να σταματήσει την αγωνιώδη του πορεία και μπόρεσε να κοιτάξει γύρω του. Και το μόνο που είδε ήταν καλούπια και μάσκες, στοιβαγμένα άτακτα στην αποθήκη που αποκαλούσε ζωή. Προσπάθησε να τα παραμερίσει αλλά μάταια, τόσα χρόνια είχαν κολλήσει μεταξύ τους και τον είχαν κλείσει καλά μέσα στο κουκούλι του. Τα έσπρωχνε, τα δάγκωνε με μανία, τα έξυνε μέχρι να ματώσουν τα δάκτυλα του, αλλά αυτά έμεναν ακίνητα. Αποκαμωμένος, λοιπόν, έπεσε στο έδαφος και άρχισε να κλαίει. Και τότε τα δάκρυά του άρχισαν να διαβρώνουν τα καλούπια, οι λυγμοί του να δημιουργούν ρωγμές στις μάσκες. Συνειδητοποίησε ότι ο κόσμος του, η φυλακή του, έμενε ενωμένος μόνο με μια λεπτή κλωστή. Ούρλιαξε και το ουρλιαχτό του γκρέμισε τα πάντα. Γύρω του υπήρχε μόνο άβυσσος.

Έμεινε γονατιστός, με τα μάτια κλειστά, μη τολμώντας να κοιτάξει το απέραντο χάος, τις ατελείωτες πιθανότητες που τον κύκλωναν. Συνέχισε να ουρλιάζει, από τρόμο, από έκσταση, δεν ήξερε ούτε ο ίδιος, αλλά η φωνή του χανόταν στο άπειρο. Φώναζε μέχρι να κλείσει ο λαιμός του. Και τότε άκουσε την μουσική. Ήταν ένας ήχος που ερχόταν από παντού και πουθενά ταυτόχρονα, μια μελωδία που μιλούσε για την ζωή και τον θάνατο, το χάος και την τάξη, το μηδέν και το άπειρο. Χωρίς να ξέρει πώς, συνειδητοποίησε ότι η μελωδία υπήρχε πάντα εκεί, αλλά δεν μπορούσε να την ακούσει μέσα από τον θόρυβο των σκέψεών του. Μάλιστα, κάποιες φορές, την είχε ακούσει καθαρά, όμως πάντα έσπευδε να δυναμώσει την ένταση των σκέψεων, γιατί η μουσική αυτή τον τρομοκρατούσε.

Η μουσική μεταμορφώθηκε σε φως και το φως σε γέφυρα κάτω από τα πόδια του, δημιουργώντας ένα μονοπάτι προς την πηγή της. Αποφάσισε να το ακολουθήσει, τι είχε να χάσει άλλωστε; Τα είχε ήδη χάσει όλα. Στην άκρη της γέφυρας ήταν μια φιγούρα που χόρευε. Χόρευε με πάθος, με έκσταση, με αψηφισιά, λες και η μοίρα του σύμπαντος εξαρτιόταν από αυτό. Πλησιάζοντας είδε τα χαρακτηριστικά της. Δεν ήταν ούτε θηλυκά ούτε αρσενικά, μάλιστα έδειχναν σαν κολάζ όλων των προσώπων που περπάτησαν την γη και θα περπατήσουν στο μέλλον. Όμως ήταν αναμφίβολα όμορφη. Είχε το ομορφότερο και εκφραστικότερο πρόσωπο που είχε δει ποτέ.


Δάκρυα χαράς πλημμύρισαν το πρόσωπό του. Άρχισε να χορεύει μαζί με την μυστηριώδη φιγούρα, αρχικά αμήχανα, άκομψα. Όσο χόρευε, όμως, τόσο καλύτερος γινόταν, οι κινήσεις του αποκτούσαν ολοένα μεγαλύτερη χάρη, ώσπου στο τέλος κινούταν σε πλήρη αρμονία με τον χορευτή της αβύσσου. Τότε μόνο ο χορευτής έδειξε να αντιλαμβάνεται την παρουσία του και του χαμογέλασε. Και στο πρόσωπο του καθρεφτιζόταν το δικό του, χωρίς μάσκες πια, χωρίς καλύμματα. Και συνέχισαν να χορεύουν και μέσα από τον χορό τους δημιουργούσαν γαλαξίες και άστρα, πλανήτες και μαύρες τρύπες, βουνά και θάλασσες, σπηλιές και δέντρα και ζώα, ανθρώπους και πόλεις, και τέλος έπεσαν εξαντλημένοι στα γόνατα τους. Ο φίλος μας πλέον ήξερε ποιος ήταν ο χορευτής: ήταν ο Ξένος, αυτός που δημιουργεί και καταστρέφει, αυτός που είναι εγώ, εσύ και ότι υπάρχει μεταξύ μας. Πλέον κοιταζόντουσαν με αγάπη, ξέροντας ότι στην ουσία ήταν δυο όψεις του ίδιου πράγματος, δυο κορυφές του ίδιου κύματος. ''Είμαι νεκρός;'' ρώτησε τον Ξένο. ''Όχι'', ήρθε ήρεμη η απάντηση, ''τώρα αρχίζεις να ζεις''.

Serotonin addicted

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου