Κυριακή, 22 Απριλίου 2012

Βραδινό

17:35 Καθισμένοι απέναντι με μια σκακιέρα ανάμεσα μας, κοιτάζουμε τα πιόνια, όμως τα βλέπουμε; Εγώ βλέπω εσένα στο καθρέφτισμα της μαύρης βασίλισσας και ναι, σε σκέφτομαι γυμνή και χαμογελαστή, όπως ήσουν κάποτε, όπως θα σε ήθελα και τώρα. Κάνεις την κίνησή σου με προσποιητή αδιαφορία, υψώνοντας τοίχους ανάμεσα μας, φραγμούς από καπνό και απάθεια. Έχεις νικήσει, ή καλύτερα εγώ έχω χάσει, αυτό ήταν εμφανές από την πρώτη κίνηση του παιχνιδιού μας. Αλλά οι καλοί παίκτες δεν παίζουν για τη νίκη, όχι, παίζουν για το ίδιο το παιχνίδι, σωστά; Μαλακίες...

22:17 Ο χυμός πορτοκάλι που με κέρασες κοντεύει να τελειώσει, όπως και η βότκα που με χαρά δέχτηκε να τον συνοδέψει. Κάτι μου έλεγες αλλά αφαιρέθηκα για μια στιγμή, φταίει το ρολόι στον τοίχο σου. Τικ τακ, τικ τακ, μετράει τον χρόνο που περνάει, κάθε τικ μια χαμένη ευκαιρία, κάθε τακ ένα βήμα προς την έξοδο. Α, σωστά, μου έλεγες για το ταξίδι σου στην Κένυα, για τις γυναίκες με τα κρεμασμένα στήθη και τα μαύρα φίδια που εκτινάσσονται από τα δέντρα. Το ήξερες ότι το δάγκωμα της μαύρης μάμπας σε σκοτώνει σε είκοσι λεπτά; Όπως μας σκοτώνει και τους δυο αυτή η χαλαρή κουβεντούλα περί ταξιδιών. Το μόνο μέρος που θα ήθελα να ήμουν είναι μαζί σου στο

κρεβάτι. Κυλιόμαστε και γελάμε σαν παιδιά. Σου φιλάω τον λαιμό και τους ώμους, όπως και τότε, παλιά, όταν εμείς... έρχεσαι ακόμα πιο κολλητά πάνω μου και μου ψιθυρίζεις: τικ τακ, τικ τακ. Αγχώνομαι, δεν θέλω να κοιτάξω το ρολόι, αλλά ασυναίσθητα το κάνω: η ώρα είναι 25:74. Ξαφνικά ξέρω όπως ξέρεις κι εσύ. Γελάς με κακία και αυτή τη στιγμή σε μισώ πραγματικά, καθώς τα πάντα γύρω μου ξεθωριάζουν και

ξυπνάω. Είναι οκτώ το πρωί. Σηκώνομαι και πάω στη κουζίνα για τον πρωινό καφέ. Καθώς το μπρίκι ζεσταίνεται και όλο το δωμάτιο ευωδιάζει, θυμάμαι την μυρωδιά του σώματός σου στο όνειρο μου. Αποφασίζω να μην ξαναφάω τόσο βαριά το βράδυ. Ποτέ ξανά. Καριόλα...

Hormonally imbalanced!