Δευτέρα, 21 Απριλίου 2014

Ελεύθερο νοήματος

     Παίρνω οργή, ανία και αγανάκτηση και ζωγραφίζω έναν άνθρωπο. Έχει μάτια τηλεσκοπικά και μια καρδιά φτιαγμένη από πλέγματα πυριτίου. Κανείς δεν τον ήξερε πριν τον αγγίξει το πινέλο μου και κανείς δεν τον είχε φανταστεί πιο πριν. Είναι ο δικός μου άνθρωπος.

    Τον έβαλα μπροστά σ'έναν καθρέφτη. Έμεινε ανέκφραστος για πολλή ώρα. Στη συνέχεια έβγαλε μια σκουριασμένη λεπίδα και χάραξε μια φράση πάνω στην λεία επιφάνεια. Την κοίταξε χωρίς να πειστεί και έσπασε το κακοποιημένο γυαλί. Ο καθρέφτης έγραφε ''η κόλαση είναι οι άλλοι'', αλλά δεν έχετε παρά μόνο τον λόγο μου γι' αυτό, τον λόγο μου και εκατό σαράντα πέντε θραύσματα επαργυρωμένου γυαλιού. Η κοινωνία της βιτρίνας σπάει τα είδωλά της αργά ή γρήγορα, αλλά πάντα με αγάπη.

     Κανείς ποτέ δεν τον δίδαξε να αγαπάει τους άλλους. Οι άλλοι δεν υπάρχουν, έλεγε, είναι αποκυήματα της φαντασίας μου, όταν δεν παίρνω την δόση μου από αντιψυχωτικά και ειδήσεις των οκτώ. Σταθεροποιητές της διάθεσης, αλλά κάτω από το επίπεδο της μερικής, έστω, ικανοποίησης. Η ικανοποίηση, έλεγε, δεν ταυτίζεται σχεδόν ποτέ με την ποίηση, ρωτήστε και τον Καρυωτάκη. Η ποίηση στριφογυρνούσε μόνιμα στο μυαλό του, το μοναδικό άλλοθι που κρατούσε την κάννη του πιστολιού του μακριά από τον ιδρωμένο του κρόταφο. Έγραφε για να ζει, ζούσε για να γράφει, πέθαινε για να γράψει.

     Να το πάλι, η ολανζαπίνη δεν αρκεί, σχεδόν ικανοποιήθηκε. Γιατρέ, διπλασίασε την δόση, αλλά χώρισε την σε δυο δόσεις, πρωί και απόγευμα. Η ασφάλεια πάνω απ'όλα, όμως κανείς δεν πέθανε από υπερδοσολογία ποίησης. Ρωτήστε και τον Καρυωτάκη, που σας είπα, θα είχε κάτι ενδιαφέρον να προσθέσει επί του θέματος, αν δεν ήταν νεκρός φυσικά. Φρόντισε να μεταφέρει την ραγισμένη του καρδιά στην μεγάλη οθόνη, αυτήν της κυριολεξίας, με μια και μοναδική σφαίρα. Όμως ξεφεύγει και πάλι ο μικρός μου φίλος, που τον έφτιαξα με τα χέρια μου και μπορώ να διαβάζω το μυαλό του. Όχι άλλα φάρμακα γιατρέ μου, δεν μπορεί να συγκεντρωθεί, δεν μπορώ να συγκεντρωθώ, πονάει, πονάω! Επιμήκυνση QT, η καρδιά μου φτερουγίζει και ο ποιητής γελάει από το δοξασμένο του μνήμα-βάθρο. Μην ανησυχείς ανθρωπάκο μου, θα γίνουμε κι εμείς διάσημοι μετά θάνατον, σαν τον Αρθούρο Ριμπώ, δυο άγριοι ανάπηροι που επιστρέφουν από καυτά κλίματα στο ψυχρό υποσυνείδητο.

     Κανείς δεν μπορεί να είναι ελεύθερος σε μια κοινωνία φυλακισμένη στον εαυτό της. Μόνο η γραφή μπορεί να είναι ελεύθερη, κι αυτή υπό προϋποθέσεις: πάρε ένα μικρό μαχαιράκι και χάραξε τον αριστερό σου αντίχειρα. Με μια ελάχιστη σταγόνα αίμα, σχημάτισε έναν μικρό κύκλο και σύνδεσε τον με μια κατακόρυφη γραμμή. Αυτό είναι το άλφα. Στην συνέχεια, και προτού κλείσει η πληγή, άφησε ελεύθερο τον Φρόιντ στο υποσυνείδητό σου και ζωγράφισε ένα ζευγάρι οπίσθια. Αυτό είναι το ωμέγα. Μεταξύ αυτών των δύο αφήνω τον ανθρωπάκο μου ελεύθερο. Έχει πολλά γράμματα να παίξει, αλλά θα τον αφήσω να τα ανακαλύψει μόνος του. Αυτό δεν η είναι ελευθερία, γιατρέ μου;

    Κανείς ποτέ δεν προσπάθησε ειλικρινά να με ψυχαναλύσει, να δει γιατί φτιάχνω ανθρωπάκια στον ελεύθερο χρόνο μου και ζω μέσα από τις πλαστές ζωές τους. Είσαι σίγουρος ότι θες να μάθεις, γιατρέ; Είμαι ανελεύθερος, να η μόνη αλήθεια! Η κοινωνία με καταπιέζει να είμαι επιστήμονας, επαγγελματίας, καλλιτέχνης, άντρας, άνθρωπος, θηλαστικό. Οι άνθρωποι παίρνουν όλους αυτούς τους χαρακτηρισμούς που τους δίνει η κοινωνία και τους πλέκουν αλυσίδα, τους δένουν στα πόδια τους και τριγυρνούν σαν εκδικητικά φαντάσματα. Δεν θέλω να είμαι σαν αυτούς, γι αυτό και φτιάχνω ανθρωπάκια με μάσκες που παίρνουν φάρμακα αντί για μένα. Η ψυχοφαρμακολογία της φυγής στην διάθεση της ανθρωπότητας, το νέο ριάλιτι σόου στο μεγάλο κανάλι του καταναλωτισμού, ποιος θα είναι ο επόμενος υποψήφιος για αποχώρηση;

    Τα χέρια μου τρέμουν, το πρόσωπό μου είναι κόκκινο, ιδρώνω, θέλω το φάρμακό μου. Σκότωσα τον ανθρωπάκο μου για να του πάρω τα τελευταία του κέρματα αυτογνωσίας και αυτοκριτικής, να αγοράσω την δόση μου. Γιατρέ, πονάω, ένας λύκος αλυχτά μέσα στο κεφάλι μου. Είμαι μόνος και τρέμω την στιγμή που θα πρέπει να αφήσω την πένα μου και να κουλουριαστώ στο κρεβάτι μου. Σου είπα ψέμματα, δεν θέλω να αντικρίσω την ελευθερία, προτιμώ να την αφήσω στο συρτάρι του κομοδίνου, δίπλα στο μισογεμάτο πιστόλι. Θα είμαι πιο ασφαλής έτσι.

    Ίσως το βράδυ, μέσα στον πυρετό της απεξάρτησης, να ανοίξω το συρτάρι και να πιάσω την ελευθερία. Ίσως, πάλι, αρπάξω την κάννη του όπλου. Η επιλογή είναι η απόλυτη ελευθερία. Είναι όμως και η απόλυτη σκλαβιά. 

Serotonin Addicted

Άνιμα

Έτρεχε, έτρεχε, έτρεχε και δεν έφτανε πουθενά. Μικρά ροζ μυρμήγκια είχαν αρχίσει να σκαρφαλώνουν πάνω του. Δεν είχε ξαναδεί μικρά ροζ μυρμήγκια. Έπιασε ένα κλείνοντας το ασφυχτικά ανάμεσα στον αντίχειρα και το δείκτη του, με αποτέλεσμα τον θάνατο του από ασφυξία. Καθώς πέθαινε το πρώτο θύμα του, άκουσε ένα σπαραχτικό γέλιο. Ένα σαρδόνιο, διαβολικό γέλιο. Ανέκαθεν τον φόβιζε το γέλιο. Η χαρά των άλλων δεν ταιριάζει με την έλλειψη. Κοίταξε τον δείκτη του ρολογιού του. Είχε σταματήσει να κινείται. Αυτός όμως κινιόταν, οπότε και ο δείκτης κινιόταν. Η μήπως όχι;
Αποφάσισε να μην ξανασκοτώσει μικρό ροζ μυρμήγκι. Όμως, σπάνια τηρεί τις αποφάσεις του. Και τις υποσχέσεις του. Και τις σχέσεις του. Του αρέσει το τυρί, κυρίως το κίτρινο. Δεν ξέρει να τα ξεχωρίζει κιόλας, απλά του αρέσει. Τι σημασία έχει;
 Πρέπει να αλλάξει ρολόι. Αν και δεν κοιτάει ποτέ την ώρα. Το ρολόι διακοσμεί το χέρι του μονάχα για την αισθητική του αξία. Είναι ο ορισμός της μεταφυσικής αξίας του εμπορεύματος. Είναι νευρωτικός όμως και θα το αλλάξει. Αν τύχει ποτέ και το κοιτάξει, πρέπει να εξυπηρετεί και τον αντικειμενικό σκοπό του. Αδηφάγος καταναλωτής περιφέρει την σάπια, γλοιώδη, τεράστια κοιλιά του, περιχαρής για τον εαυτό του.
        Αντικείμενα χίλια δύο.
  Ίσως αγοράσει και κομπολόι. Του αρέσουν αυτά τα λιγοστά δευτερόλεπτα στα οποία μπορείς να αφαιρέσεις νόμιμα το βλέμμα σου κάνοντας κάποια αποδεκτή διεργασία. Και το τσιγάρο προκαλεί καρκίνο. Αυτός είναι καρκίνος στο ζώδιο. Δεν έχει σημασία. Ποτέ δεν πίστεψε σε ζώδια.

-Διάλειμμα
Η καταπίεση του αντικειμένου προκαλεί την συνεπικουρούμενη πεμπτουσία του θανάτου. Ο θάνατος δρα σαν Ανάσταση σε μια ήδη αποθανούσα ψυχή. Ειδάλλως, καθιερώνεται ο συνεχής μαρασμός και το συμβατικό σάπισμα. Η αντιζωή ρέει καταρρακτωδώς. Τα όνειρα είναι σαν τα φύλλα πανέμορφα και ζωτικά όσο στολίζουν το δέντρο, όμως ξεραίνονται, μαραίνονται και πέφτουν. Η φύση αντιλαμβάνεται σοφά την απώλεια. Ο εξαρτημένος άνθρωπος έχει ανάγκη από έναν εξίσου εξαρτημένο άνθρωπο. Αλλιώς, νιώθει ανασφάλεια. Τα όνειρα πρέπει να αντικαθίστανται από νέα όνειρα την επόμενη βλαστική περίοδο, εκτός αν φτάσουμε στην ηθελημένη απώλεια ονείρων. Αλλιώς, γίνεσαι σάπιο φρούτο, χωρίς χυμούς. Το αρχέγονο σύμβολο της απουσίας άνιμας. Η αρχή είναι το ήμισυ του παντός. Και τόσο δύσκολη..
-Τέλος διαλείμματος

 Οι πολλές ερωτήσεις είναι άβολες και πρακτικά προβληματικές αν δεν υπάρχουν απαντήσεις. Η αν οι απαντήσεις θέλουν χρόνο. Όλα απαιτούν χρόνο. Ο χρόνος είναι χρήμα. Λίγοι το καταλαβαίνουν. Κάνουν το ακριβώς ανάποδο. Θυσιάζουν τον χρόνο για χρήμα. Καλοί μαλάκες.. Κατάλαβαν ανάποδα την παροιμία βλέπεις. Η την είπαν εξαρχής λάθως. Δεν ξέρω, ο σοφός λαός είναι απελπιστικά χαζός μερικές φορές.
Το χρήμα δεν είναι χρόνος. Μακάρι να ήταν. Να αγόραζες εμπειρίες, ταξίδια, γνώσεις και ροζ μυρμήγκια. Και πάνω απ’ όλα χρόνο. Πόσο θα κοστολογούταν άραγε ένας παραπάνω χρόνος υγιούς ζωής; Κάπου ανάμεσα στα 20-30; Χεχ

        
Τότε θα είχε ένα νόημα να βγάλεις χρήματα. Η μήπως όχι;

                                                                                        Παλιάτσος

Σάββατο, 12 Απριλίου 2014

Συνουσία Νο 2

Lately, when the day gives its turn to the night this burden in my chest becomes heavier. This restless feeling that I have lately becomes more urgent and these four walls cannot restrain me anymore. It’s the sweet whisper of the night that makes promises and I cannot decline.

I am meeting my friends tonight but I am in no hurry. I take the longest path in order to enjoy my loneliness first. I zip my coat to feel my own warmth and take a small walk. The silence of the night is unique; everything is like in slow motion. It gives me the feeling that this world, even the stars and the moon that I gaze is completely mine. My self-awareness is on its peak level and in every corner I have this intuition that I am going to see something special.

On nights like this, I cannot stay calm. It’s the sweet whisper of the night that urges me to mix with people and Live. Have you ever heard it?

It's such a sweet, sweet night. A cool breeze is shaking the newborn leaves and is making them rustle and sing their prayers to the goddess of spring nights. This soft murmur is stealing my thoughts away from my everyday concerns and sends them riding on the starlight to faraway places.

I start daydreaming, or, should I say, nightdreaming, of these people I have yet to meet, the smiles I will add to my collection, the adventures I will narrate to my grandchildren as bedtime stories, when I am an old, old man. I still have time, I tell myself. Just after my twenty-fifth birthday, I hardly consider myself an adult. But still, there's this disturbing image I see every time I dream of the future: I think of myself as an old man again, but this time everything is different. I am lying on my deathbed, with nothing in my mind but regrets; regrets of the trips I always postponed, of the friends I lost, the moments that slipped away from me. Regrets of the life I never lived.

I shiver; this image is so powerful that seems to darken the night, as if the stars aren't bright enough to shine through my fears. I stop and grab a tree branch next to me so I don't fall. Is there no hope? How will I save my life from bitter regret?

Suddenly I see a boy, probably around my age, walking slowly on the opposite side of the road. Although the night is a bit cold, he seems to be fully enjoying it, while I am lost in despair. How can this be? ''What is your secret?'' I scream silently.

Even though I made no sound, he turns and, with a knowing smile, winks at me. Suddenly everything is clear; I need to stop dreaming about people and start meeting them instead, stop thinking of life and just Live. I smile and nod back. As I continue my night walk, I know that life is not something we wait to experience, it's rather what we actively create. I am also certain that, although I don't even know his name, the boy with the zipped coat is my friend.


The days passed by like this, and the two young men kept seeing each other while walking, their moods fluctuating between the two extremes on the spectrum of the human psyche, never coinciding. There were times when one of them was in a better position to wordlessly remind the other what should be known, and other times when these two roles alternated.

But there was a night when, mesmerised by intoxicating scents and beguiling songs, they took a turn towards the same magical forest. At last, the fear or desire of death was very far away. Every breath they took was a challenge to Death.

And that's Life.

Grito + Serotonin Addicted


Πέμπτη, 3 Απριλίου 2014

Multipolar disorder

Everywhere around me words and meanings, violently ripped from each other by unknown, undescribable forces. I try to make sense out of it by using the only weapon in my trembling hands: my mind. And then I see.

I see men grabbing sharp, rusted daggers and stabbing their foreheads, trying to open new eyes. Their wounds become bloody typewriters and they scream in ecstasy as they bleed the words of creation into the world. I see women in labour, giving birth to new ideas and then devouring them; Saturn incarnated in post- modern context. I see those who were born adults, desperately trying to be children in vain, in pain. 
I see insanity. 
Pure, relentless madness. 

I try to close my eyes but my eyelids are the colour of the world, so I cannot hide from its vampiric smile. There is only one way out: I dip my hands into the darkest corners of my mind and paint my face, my eyes, my heart with the purest black. 

But the darkness gives birth to stars. I look into these newborn stellar bodies and see desires, desires of being, desires of doing, desires of desiring and not desiring. And these desires bloom into supernovae and die violently, only to give birth to desires made of heavier elements. Could this be the truth? There is no escape, everything collapses under the weight of the black holes I, the Creator, have brought into life. I feel their gravity pulling me into oblivion and I try to grab from something, from my self, my centre of existence. But there is no centre, there are no boundaries, nothing to hold on. There is only I, and I is only in Infinity, no beginnings and no endings. There never were and never will. The black holes pull me in and compress me into nothingness, where I meet you and the others I thought I had lost before I was born as a crying little Me.  

And, finally, I am there and back under a starlit sky. 

Twilight. 

Silence.

Acceptance.


Serotonin Addicted