Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

Π.Λ.

Το παιδί μπήκε στο σκοτεινό δισκοπωλείο. Καθώς άνοιξε η πόρτα, ακούστηκε το καμπανάκι που ειδοποιεί τον ιδιοκτήτη ότι κάποιος μπήκε. Ο ήχος του ήταν εξαιρετικά μουντός, σαν να είχε καιρό να χρησιμοποιηθεί. Το δωμάτιο φωτιζόταν από ένα μόνο μικρό, σκονισμένο παράθυρο, από το οποίο λεπτές δέσμες φωτός εισέβαλαν στον χώρο και ενοχλούσαν τα αμέτρητα σωματίδια σκόνης που αιωρούνταν.

Ο μικρός προχώρησε διστακτικά προς το βάθος του μαγαζιού. Σταμάτησε. ‘’Είναι κανείς εδώ;’’ είπε σιγανά, σχεδόν ψιθυριστά, λες και βρισκόταν σε έναν χώρο ιερό, σε μια εκκλησία… σε έναν τάφο. Κανείς δεν απάντησε. Το παιδί περίμενε πέντε ολόκληρα λεπτά. ‘’Περίεργο’’, σκέφτηκε, ‘’Μάλλον ο ιδιοκτήτης θα πετάχτηκε κάπου’’. Ακόμα και στο μυαλό του, όμως, αυτό δεν ακούστηκε πολύ πειστικό. Το μικρό κατάστημα έδειχνε εγκαταλελειμμένο, παρατημένο, λες και κάποιος έφυγε πολύ βιαστικά από εκεί πριν καιρό και δεν μπόρεσε να ξαναγυρίσει.

Ο πιτσιρίκος προχώρησε προς την συλλογή με τα παλιά σιντί. Δεν αναγνώρισε κανέναν από τους τίτλους. Ήταν όλοι στα ελληνικά, όμως οι καλλιτέχνες του ήταν άγνωστοι. Ξαφνικά ανατρίχιασε. Είχε την αίσθηση πως τον παρακολουθούν. Γύρισε αργά το κεφάλι του· δεν ήταν κανείς. Κι όμως… ένιωθε πως κάποιος, κάποιοι, τον κοιτούν με προσμονή, περιμένουν να κάνει κάτι, αδημονούν, τι όμως;

Γέλασε και κούνησε το κεφάλι του. ‘’Είναι η εγκατάλειψη και η σιωπή αυτού του μέρους’’, σκέφτηκε, ‘’μου βάζουν περίεργες ιδέες στο κεφάλι’’. Αποφάσισε να βάλει ένα σιντί στο παλιό στερεοφωνικό του καταστήματος όσο θα περιμένει τον ιδιοκτήτη. Ξεφύλλισε και πάλι τα εξώφυλλα των δίσκων και διάλεξε ένα στην τύχη. Ένας χοντρός άντρας με μούσι και λιγδιασμένα μαλλιά τον κοίταζε με βλέμμα σκοτεινό. Ο μικρός είχε την αίσθηση ότι ο παράξενος άντρας έβλεπε απευθείας στην ψυχή του. Ο δισύλλαβος τίτλος του συγκροτήματος θύμιζε τον ήχο της βροχής στην οροφή ενός μαυσωλείου ή το όνομα ενός σκοτεινού θεού των Αζτέκων. Το αγόρι ανατρίχιασε ξανά, όμως δεν μπόρεσε να αντισταθεί στον πειρασμό. Έβαλε το σιντί στο στερεοφωνικό και πάτησε το κουμπί. Η μικρή μπλε οθόνη του στερεοφωνικού έδειχνε έξι και τριάντα πέντε.

Η ώρα ήταν εφτά και μισή. Η μουσική είχε σταματήσει εδώ και λίγα λεπτά. Το αγόρι στεκόταν ακίνητο. Κοίταζε το κενό. Ένας μικρός μυς συσπάστηκε στην άκρη του ματιού του. Ήταν η πρώτη του κίνηση από την στιγμή που πάτησε το ‘’play’’. Το βλέμμα του ήταν αδιαπέραστο, έδειχνε κλεισμένο βαθιά στον εαυτό του, λες και είχε δει ή ακούσει κάτι φρικτό, κάτι που δεν είναι φτιαγμένο για τα ανθρώπινα αυτιά. Έμεινε στην ίδια θέση για λίγη ώρα ακόμα. Μετά, πάντα ανέκφραστος, βγήκε από το μαγαζί. Το κουδουνάκι ακούστηκε για μια τελευταία φορά καθώς η πόρτα έκλεινε πίσω του.


Κανείς δεν ξέρει με σιγουριά τι έγινε το παιδί. Η μητέρα του ειδοποίησε την αστυνομία. Οι έρευνες συνεχίστηκαν για αρκετό καιρό, αλλά τελικά δεν βρέθηκε κανένα ίχνος του. Μόνο κάποια βράδια, ορισμένοι μοναχικοί και μελαγχολικοί άνθρωποι, ορκίζονται πως είδαν ένα παιδί που περπατάει με τα χέρια. 

Hormonally Imbalanced! (aka Serotonin Addicted)

Όνειρο χειμερινής νυχτός

Μάλλον πρέπει να ονειρεύομαι, δεν εξηγείτε αλλιώς πως βρέθηκα μέσα σε αυτήν την έπαυλη. Το σαλόνι είναι τόσο πήχτρα όσο ένα club για erasmus φοιτητές  Σάββατο βράδυΌλοι είναι καλοντυμένοι και όρθιοι αλλά δεν δείχνουν να χορεύουν και να διασκεδάζουν, το αντίθετο μάλιστα, μοιάζουν πολύ σοβαροί και αγχωμένοι. Προσπαθώ να ακούσω τι λένε αλλά οι φράσεις τους δεν δείχνουν να έχουν νόημα. Απλά παραμιλάνε μόνοι τους. Ίσως τελικά βρίσκομαι σε τρελάδικο για πλούσιους. Ίσως και να είναι αυτιστικοί αφού ο καθένας επαναλαμβάνει 5-6 συγκεκριμένες προτάσεις. Θαρρείς και οι προτάσεις αυτές είναι οι μοναδικές στο λεξιλόγιό τους. Ρε λες να είναι ρομπότ;

Αυτός εκεί πρέπει να είναι φοιτητής γιατί όλο στην εξεταστική του αναφέρεται. Εκείνος ο τύπος με τη γραβάτα φοβάται μην τον απολύσουν γιατί δεν πρόλαβε ένα deadline. Δίπλα του μια τύπισσα που επαναλαμβάνει το λόγο που έχει να βγάλει σε ένα meeting. Όλοι τους φαίνονται εγκλωβισμένοι στις φυλακές του μυαλού τους.

Όσο περνάει η ώρα το κλίμα αρχίζει να με επηρεάζει σιγά σιγά. Αρχίζω και εγώ να κάνω αγχωτικές σκέψεις, η εξεταστική πλησιάζει επικίνδυνα. Όχι, καλά θα κάνω να σταματήσω. Ορίστε, ο τύπος με το μούσι δεν άντεξε, άρχισε να ουρλιάζει και τον μάζεψαν κάτι μπράβοι. Ποιος ξέρει που πάει το ασανσέρ με το οποίο έφυγαν.

Πρέπει να βρω την έξοδο πριν γίνω σαν αυτούς. Το μέρος είναι τόσο πήχτρα που με το ζόρι μπορώ να κουνηθώ. Το μυαλό μου έχει αρχίσει να θολώνει.

Ξαφνικά στη γωνία βλέπω έναν νεαρό να τους κοιτάζει με επικριτικό βλέμμα. Δεν βλέπω στο πρόσωπό του το άγχος και την αγωνία των υπολοίπων. Κάπου πάει. Ίσως ξέρει το δρόμο για την έξοδο. Αυτόν θα ακολουθήσω.



grito


Δευτέρα, 9 Δεκεμβρίου 2013

Desobediencia pacífica

Con desobediencia que pacifica
Y con pacífica desobediencia
Deconstruimos este estado demencia
Que violencia nos da y esta intensifica.

Violencia y explotación y petrifica
E intensifica violencia y sentencia
Nuestras vidas sin alguna clemencia
Y fundamentalismos mitifica.

El voto sí hace cómplices, entiende
Que esto es un estado autoritario
Que con violencia sus leyes defiende.

El problema es que impuesto no arbitrario
Es: impuesto y no arbitrario y nos miente
Y es conformes con un simple honorario.

Javier

Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

The ultimate choice

“When unsure, always trust the coin’’; that was his favourite phrase. Whenever he was in the proverbial crossroads, he always tossed a coin. If it was heads, then he chose the easy path. If it was tails, he took the hard path. But what if the coin never landed?

He woke up mortified. Once again, it took him a few seconds before he realized it was just a dream. The problem was it was always the same dream every night: he tossed the coin in the air, he saw it reaching the  highest point, where its kinetic energy was diminished, and as the metallic surface reflected the sunlight, he blinked; and the coin was lost. As he was looking around for the lost penny, he always heard the same harsh, cynical laughter. This laughter terrified him. It had no hint of joy, emotion or humanity. It was the laughter of a madman; the laughter of a god.

He had tried everything in order to make sense of this impossible situation. The shrink had said it was a regression to childhood, to a happier time, when he didn’t have any serious responsibility, when his most difficult choice was between chocolate and vanilla ice cream. The disappearing coin apparently symbolised the loss of innocence and his inability to cope with normal adult responsibilities. But what about the inhuman laughter? Even the best mental health specialists couldn’t provide him with a convincing answer.

He had even tried a hypnotist once. He managed to visit the crossroad under hypnosis, but when he searched his pockets for money, he only found a small, crumpled piece of paper. As he unwrapped it, he found a small, rusty coin. The surface was so ravaged by time and the elements, that he couldn’t discern which side was heads or tails. Then he saw two words on the paper: Nice try.

This couldn’t go on. He found it hard concentrating at work, his girlfriend had left him as he was cold and aloof. His friends were really worried about him, but he couldn’t tell them about his dream. He knew that they wouldn’t understand, that they would surely think he was crazy. And he wasn’t so sure himself about his sanity. He never accepted any coins when he got his change at the supermarket, and if he had to, he always gave them to the first beggar he found. He knew that if he carried a coin on him, he couldn’t resist the urge to toss it. And what if it never landed?

So one day, as he once again woke up drenched in sweat, he decided to do the only reasonable thing: the ultimate coin toss. He went to the corner antique shop. He browsed the old weapons selection and bought an old revolver with six bullet slots, as well as three bullets. When he was finally back in his flat, he poured himself a generous portion of single malt scotch and admired the old gun. He opened the cylinder, put the three bullets in and then spun it. He finished his drink lost in thought.


Finally, smiling, he placed the muzzle against his temple and contemplated the matter of choice. He remembered something that his grandpa used to say: When in doubt, always flip a coin. When it’s in the air, the split second before it lands, you will catch yourself secretly wishing for either heads or tails. Then you will know what to choose’’. Now he knew: there was no choice. It’s always an illusion. We think we do what we want to do, but in the end, we cannot want what we want to want. His smile was bitter but calm as he pressed the trigger. And in that split second, when he didn’t know whether he was going to hear a soft click or a loud, terminal bang, he thought he heard a sound. It was a mirthless laughter, the laughter of somebody who knows everything but cares about nothing; the laughter of a god.  

Hormonally imbalanced! (aka Serotonin Addict)

Συνουσία

΄΄ Πολύτιμο μου δηλητήριο σε κρύβω, σε χρειάζομαι, σε αποθηκεύω. Ανήμπορε εαυτέ μου που είναι το αντίδοτο σου.΄΄
                Ο φιλόσοφος έπιασε το τετράδιο. Τον είχε πιάσει πανικός. Οι λέξεις ερχόταν σαν ριπές από σφαίρες. Άρχισε να γράφει, να φιλοσοφεί, να αισιοδοξεί, να κατεβάζει το βλέμμα, όταν σκηνές από την πραγματικότητα εμφανιζόταν εκεί σαν εφιάλτες που ελπίζεις  ποτέ να μην ξαναδείς. Απότομα ξαναδιάβασε τις τρεις τελευταίες λέξεις ελευθερία, δικαιοσύνη. Στη τρίτη προσπαθούσε να βγάλει νόημα. Τα ορνιθοσκαλίσματα, που υποτίθεται ότι σήμαιναν κάτι, απλά δεν τον άφηναν να δει. Σκέφτηκε τους φίλους του που πάντα σχολίαζαν τον γραφικό του χαρακτήρα. Ήταν κάτι σε κινεζικο-αιγυπτιακά ορνιθοσκαλίσματα. Χαμογέλασε, εικόνες από διακοπές γέμισαν τις σκέψεις του.
                Αλλά όχι οι λέξεις που λίγο πιο πριν γάζωσαν το μυαλό του όρμιζαν ξανά. Αυτή τη φορά η λέξη εμπιστοσύνη έκανε κύκλους. Αναλογίστηκε γιατί; Ίσως κάτι είχε να πει. Εμπιστοσύνη σκέφτηκε, κάτι ήξερε για αυτή τη λέξη, αλλά ήταν λες και διάβαζε το νόημα της μέσα σε πυκνή ομίχλη στα τριάντα μέτρα. Είχε να την χρησιμοποιήσει ή να την αισθανθεί από τότε που τον έβλεπε ο πατέρας του να παίζει καταστρέφοντας τα πάντα. Αλλά ο πατέρας του ως ο έμπιστος κολλητός του που δεν θα το ξεφούρνιζε ποτέ στη μητέρα του.
«Δεν υπάρχει περίπτωση» είπε «πρέπει να βρω το νόημα ξανά».  Έκλεισε τα μάτια του χαλάρωσε στο αγαπημένο του καναπέ. Μέσα στις σκέψεις τον πηρέ ο ύπνος. Όταν ξύπνησε, θυμήθηκε ένα όνειρο που είχε δει πολλές μέρες πριν. Το είχε συζητήσει και με έναν φίλο του, τον μοναδικό του φίλο εδώ και χρόνια, τον σκύλο του. Τότε δεν είχε πάρει απάντηση. Παραξενεύτηκε γιατί. Είπε να το σκεφτεί μονός του αυτή τη φορά. Όχι ότι δεν ήθελε να μιλήσει με τον κολλητό του αλλά εκείνη την ώρα ο κολλητός του ήταν απασχολημένος. Κοιμόταν!
Έπρεπε να τη βρει αυτή τη λέξη όμως. Του είχε γίνει έμμονη ιδέα. Ένιωθε ότι σε αυτή τη πρόταση κρύβεται το νόημα της ζωής που είχε ανακαλύψει πρωτύτερα. Το αποφάσισε, θα ψάξει την αποθήκη, που βρίσκονται πετάμενα δεκάδες τετράδια με τα γραπτά του. Αν διαβάσει κάμποσα ποιήματα ίσως θυμηθεί την λέξη! Έγραφε, έγραφε από μικρός, όταν οι άλλοι έπαιζαν χόρευαν και γελούσαν, οι ανώριμοι, αυτός έγραφε. Έγραφε και διάβαζε. Η σκονισμένη βιβλιοθήκη με τα εκατοντάδες βιβλία σπεύδει να του το υπενθυμίσει. Μπρετόν! Βάνεγκεμ! Μαρκουζέ! Μακιαβέλι! Κιρκεργκαρντ! Τόσες πολλές γνώσεις στο κεφάλι του και νιώθει πιο άδειος και από το πηγάδι που διαλογιζόταν ο Toru!
        Ζωή! Δεν έχει ιδέα τι είναι αυτό, αλλά σίγουρα δεν βρίσκεται στην αποθήκη που ψάχνει ο πρωταγωνιστής μας, με εξαίρεση ένα δυο αράχνες που χαλαρώνουν στον αγαπημένο τους ιστό. Όχι, ούτε αυτή η λέξη του ταιριάζει.. Το όνειρο, το όνειρο!
        Βρίσκεται σε ένα μεγαλοπρεπές σαλόνι. Πολυτελείς καναπέδες με επίχρυσα καλύμματα και  ένα μαύρο γυαλιστερό τραπέζι που φιλοξενεί εκατοντάδες μικροσκοπικά πιάτα κοσμούν τον χώρο. Καταλαβαίνει ότι κινείται, το σαλόνι βρίσκεται μέσα σε ένα τρένο. Μπροστά βλέπει ένα τούνελ και μετά από λίγα δευτερόλεπτά το φως χάνεται. Όταν το τρένο βγαίνει από το τούνελ παρατηρεί έντρομος ότι το δωμάτιο έχει παραμείνει το ίδιο με εξαίρεση τέσσερα δέντρα, καθένα σε κάθε μια γωνία. Τα δέντρα χαμογελάνε χαιρέκακα, ωχ απλώνουν τα κλαδιά τους που μεταμορφώνονται σε τεράστια καφέ βρώμικα χέρια και τον κυνηγάνε. Δεν υπάρχει διέξοδος. Η πόρτα που υπήρχε προηγουμένως έχει μετατραπεί σε καθρέφτη. Τα κλαδιά σκίζουν το σώμα του, νιώθει να τον σκάβουν, αλλά δεν πονάει. Του παίρνουν την καρδιά και απομακρύνονται. Μια μεγάλη κόκκινη καρδία όπως αυτή που χάζευε παλαιότερα στα βιβλία βιολογίας. Τα χέρια μεταμορφώνονται αργά σε μικροσκοπικά μαχαίρια που αρχίζουν να κόβουν την καρδιά του σε μικρά μικρά κομμάτια και να τα απλώνουν στα πιάτα. Τι περίτεχνο κόψιμο!
<<Ναι τελικά αυτή πρέπει να είναι η λέξη>> ψιθυρίζει ανακουφισμένος και σκουπίζει τον ιδρώτα που στάζει από το μέτωπο του..

ra.ka.ma.hi. k παλιάτσος

Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013

Horrorshow

Μια τρύπα, δύο τρύπες, βάζεις τα ματάκια σου και κοιτάς προσεχτικά. Και τι βλέπεις? Μυρμήγκια πολυπληθή, πεινασμένα και αγχωμένα να τρέχουν, να μπαίνουν σε λεωφορεία, να ξεδιψάνε  σε μαγαζιά.  Και όσο πίνουν, τόσο διψάνε περισσότερο. Δίμετρα μυρμήγκια που έχουν χάσει την έννοια του συνόλου που περικλείει και αγκαλιάζει αρμονικά την ατομικότητα. Σε ροζ φόντο, με μωβ σύννεφα και γαλάζια δέντρα ίσως ήταν αλλιώς τα πράγματα! Τα αεροπλάνα είναι οι εχθροί μας. Βρέχει και κόκκινες σταγόνες τρυπάν  το κορμί σου. Η ομπρέλα είναι άχρηστη εδώ πέρα. Αυτά τους έμαθαν να χρησιμοποιούν τον αυτόματο πιλότο, να μην κοιτάνε μπροστά τους, να εγκλωβίζουν τον εαυτό τους σε μια ατέρμονη, επαναλαμβανόμενη, ψυχοφθόρα λούπα. Γάμα τη βροχή και βγες μπροστά κάποιος πρέπει να βγει. Κλείσε τα μάτια για να δεις καθαρά. Ο ήλιος καίει, τεράστιοι βράχοι ορθώνονται ψηλά και ένας ορειβάτης χωρίς εξοπλισμό αρχίζει να ανεβαίνει. Και όμως όσο ανεβαίνει, οι βράχοι μεταμορφώνονται σε σκαλοπάτια. Σε λίγο θα φτάσει στην κορυφή που δεν τόλμησες ποτέ σου να κοιτάξεις. Ει πρέπει να χαίρεσαι για αυτόν! Βάζεις το χέρι στην τσέπη και ακούς το αναμενόμενο γλυκό κουδούνισμα. Ίσα, ίσα για μια μπύρα. Πίσσα σκοτάδι. Λιγοστά φώτα. Σε πλησιάζει μια γυναίκα γύρω στα τριάντα, καλοντυμένη, με μελαγχολικό ύφος και πρησμένα μάτια.
-Σας παρακαλώ θέλετε να σας προσφέρω 8 ώρες και την δημιουργικότητα μιας ημέρας για 30 ευρώ?
Δεν απαντάς κατεβάζεις το κεφάλι και φεύγεις. Ρουφάς την τελευταία τζούρα, πετάς το τσιγάρο κάτω, το πατάς, ξαναπιάνεις τα ψiλά σου, αγοράζεις την μπύρα και γυρνάς σπίτι. Ανοίγεις την τηλεόραση. Ένας καλοντυμένος δημοσιογράφος με το γνωστό παγωμένο και γλοιώδες ύφος ανακοινώνει
-Παραμείνετε στους δέκτες σας μέχρι τις δώδεκα. Από αύριο η τηλεόραση σταματά να λειτουργεί.
 Γελάς, πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα.
Σκοτάδι.
Σιωπή.


Παλιάτσος

Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

Αναζήτηση

Έτρεχε με πόδια από σίδερο και πετούσε με φτερά από καθαρή τρέλα. Τα δάχτυλά του χάρασσαν μαύρα σημάδια στον αέρα, τα σημάδια γίνονταν νότες μιας ελλάσονας κλίμακας στην οποία έδινε ζωή με την ανάσα του. Στο πέρασμά του οι κλεψύδρες ράγιζαν και η άμμος τους σχημάτιζε ερήμους στιγμών. Αυτές τον έτρεφαν,ναι, μα και τον έτρωγαν, και έτσι συνέχιζε να τρέχει, να πετάει και να καταβροχθίζει. Κάποιοι τον άκουσαν να ουρλιάζει στο φεγγάρι με απόγνωση αλλά και κάποια αψηφισιά, σαν αγρίμι στριμωγμένο στην σπηλιά του. Άλλοι μιλούσαν γι αυτόν σε ιστορίες που λέγονται πίσω από κλειστά παντζούρια, την ώρα που η φωτιά στο τζάκι κοντεύει να σβήσει. Τον είδαν να χτυπά τους δυνατούς και να τους καταστρέφει, να ανάβει τους εφήβους με μια σπίθα και να τους κάνει φλόγα, λαίλαπα, για να κάψουν τον κόσμο πριν σβήσουν. Κάποιοι προσπάθησαν να τον χτυπήσουν μα τα όπλα τους έγιναν νερομπογιές και φλάουτα. Κάθε φορά που τον μαχαίρωναν οι καρδιές τους γέμιζαν χρυσάφι και έσπαζαν, και από τα θραύσματα αυτός ξαναγεννιόταν. Αυτόν τον όμορφο ξένο ψάχνω κι εγώ. Μήπως τον είδες?

Hormonally imbalanced!

Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

Αφιερωμένο στον Νάθαν


Ξυπνώ και από συνήθεια ανοίγω τον υπολογιστή, μια από τις πολλές συνήθειες που νομίζουμε ότι γεμίζουν το κενό μέσα μας ενώ στην πραγματικότητα αυτές το δημιουργούν. Ξεκινάει η μέρα, για άλλους η καθημερινή ρουτίνα και για άλλους μια περιπέτεια, πότε ανήκω στους πρώτους πότε στους δεύτερους αλλά τις περισσότερες μέρες στους πρώτους. Παλεύω να ξεφύγω αλλά οι άνθρωποι και τα μέρη που βλέπω είναι τα ίδια, δεν έχω διάθεση κιόλας για περιπέτειες άλλωστε, πέρασαν τα πρώτα έτη στο Πανεπιστήμιο. Ακούς τα ίδια, βλέπεις τα ίδια, κάνεις τα ίδια.

Στο δρόμο με περιμένουν μίζεροι άνθρωποι να κλαίγονται για τα χαμένα λεφτουδάκια τους και να το φωνάζουν στους διπλανούς τους για να τα βγάλουν από μέσα τους, βλέπεις στους από πάνω χέζονται να τα πουν, άσε που θα με κοροϊδέψουν αν τους το προτείνω. Τότε λέω δε γαμιέται τζάμπα τους μιλάω , με τέτοιους ανθρώπους δεν κάνεις επανάσταση, την άλλη μέρα το ξανασκέφτομαι και λέω έπρεπε να προσπαθήσω περισσότερο αλλά όταν είσαι και εσύ ο ίδιος μπερδεμένος δεν ξέρεις που να καταλήξεις, όταν πίστευα ότι ήμουν αλάνθαστος ήταν πιο εύκολο, μακάρι να είχα την σιγουριά των περισσότερων.

Πάνω που το πήγα καλά πάω να πέσω στην παγίδα να αρχίζω να κράζω και εγώ μόνο τους άλλους, πρώτα πρέπει να ξεκινήσεις την επανάσταση-συζήτηση με τον ίδιο τον εαυτό σου.

Γιατί θα υπάρχει πάντα στη ζωή σου κάτι που θα σε ταρακουνήσει και τότε λες σταμάτα να κάνεις άλλο το μαλάκα μια ζωή την έχεις πρέπει να την πιάσεις από τα μαλλιά, όπως λέει και ο τραγουδιστής των sex-pistols, κάθε δευτερόλεπτο είναι σημαντικό όπως σου τραγουδάνε οι kill the cat και εδώ κάπου παρακαλάω να αρχίζεις να με πιάνεις και να θυμηθείς αν έχεις ξεχάσει ή απλά έχεις συνηθίσει γιατί βλέπεις όλοι έχουμε ριχτεί με τα μούτρα στο κυνήγι της ευτυχίας και ξεχνάμε να αναρωτηθούμε τι είναι πραγματικά ευτυχία. Και όταν σταματάς να κάνεις το μαλάκα και αντιμετωπίσεις τον εαυτό σου θα προσπαθήσεις να τον διορθώσεις, αγαπώντας τον περισσότερο και νοιώθοντας καλύτερα, η ενέργειά σου είναι μεταδοτική (το αντίθετο από τα ψυχικά βαμπίρ), η αντίδραση είναι αλυσιδωτή, η μάσκα σου ραγίζει, σκαλίζεις ιδέες και επιτέλους γίνεσαι κυνικός!

Σαν καλοκαίρι σε ένα συγκεκριμένο νησί θα έπρεπε να είναι συνέχεια η ζωή μας και η μάσκα που ραγίζει να μην ξανακολλάει ποτέ, του φίλου μου δεν λέει να πέσει ούτε στιγμή, ούτε μετά από ουσίες και οινοπνεύματα, μου έρχεται να του δώσω αγκαλίτσα!

Υ.Γ. Ότι λένε τα υστερόγραφα των 2 κάτω κειμένων.

grito