Τρίτη, 10 Μαΐου 2011

Μια φορά κι έναν καιρό...

Έτυχε να βρεθώ σε μια παράσταση με τραγούδια του Χατζηδάκη. Ένας τυπάς έπαιζε πιάνο και στα φωνητικά ήταν κάποιοι φοιτητές από τα μουσικά σύνολα του βόλου. Είσοδος ελεύθερη. Λίγο πριν μπω μαθαίνω ότι διοργανωτής είναι η δικηγορική λέσχη της όμορφης αυτής πόλης. Καλή φάση, σκέφτηκα μέσα μου.

Ξεκινάει η παράσταση και έχω καταλάβει ότι ενώ τα παιδιά το ένιωθαν και προσπαθούσαν να δώσουν μια καλή παράσταση κάτι με εκνεύριζε ιδιαίτερα. Αυτό που μου έφταιγε ήταν το κοινό. Και ορίστε το πιο εκνευριστικό σημείο: Όταν ακούς στο στίχο του τραγουδιού τη φράση «βία και απονιά» σκέφτεσαι πόσο οξύμωρη ήταν η παρουσία των δικηγόρων. Αυτοί οι άνθρωποι που μπορούν να κατακρεουργήσουν τις λέξεις, να τις ξεγυμνώσουν, να τις ντύσουν αλλιώς και να τις δώσουν μια απαίσια δύναμη που στόχο έχει να αφυπνίσει τα αηδιαστικά στοιχεία της ανθρώπινης φύσης. Αναρωτιόμουν πως γίνεται κάτι τέτοια σάπια αλλά κατά τα άλλα κοστουμαρισμένα τυπάκια να αντέχουν μια παράσταση που ο στίχος να αναφέρεται σε τέτοια θέματα: στη βία και την απονιά, όταν οι ίδιοι είναι αυτοί που τη διατηρούν. Το κοινό είχε συγχωρέσει τον εαυτό του όπως κάνει συνήθως. Και δεν βγάζω τον εαυτό μου από το κοινό.

Είχα επίσης την περιέργεια να μάθω πόσοι από αυτούς βαριόντουσαν άπειρα εκείνη την ώρα αλλά είχαν παρευρεθεί για λόγους σοβαροφάνειας. Στην πορεία διαπίστωσα ότι οι από πίσω είχαν έρθει μόνο και μόνο γιατί μια γνωστή τους τραγουδούσε και το μόνο που σκέφτονταν ήταν πότε θα τελειώσει η κωλοπαράσταση.

√ Μια τραγική κάμερα τραβούσε θαρρείς και παιζόταν η Τρίτη συμφωνία του Μπετόβεν. Ο αυθορμητισμός αυτοκτόνησε και τη θέση του πήρε ο φόβος μήπως γίνει κανένα λάθος.
√ Μια ακόμα πιο τραγική τύπισσα με το που έφτασε της φέρανε καρέκλα για την πρώτη σειρά. Αν και σε κανέναν δεν άρεσε αυτό το θέαμα, θα υπήρχαν και μερικοί μαλάκες που θα ήθελαν να της μοιάσουν.
√ Το μέικ απ έφτανε για να μπαζώσεις ολόκληρο κτήριο. Οι όμορφες φαίνονταν άσχημες και οι άσχημες ακόμα πιο άσχημες.

Όλα φαίνονταν τόσο ψεύτικα και το κοινό αρχικά είχε τόσο παθητικό ρόλο που ένιωσα την ξαφνική παρόρμηση να αρπάξω το μικρόφωνο και να φωνάξω ότι η τέχνη πέθανε μαζί με την ανθρωπιά. Αυτή η σκέψη μου φάνηκε ελκυστική λόγω του αυθορμητισμού της. Αν δεν ήταν αυθόρμητη θα έχανε κάτι από την ομορφιά της. Την άφησα όμως να μου ξεφύγει όταν το κοινό άρχισε να σιγοτραγουδά που και που κανένα τραγούδι. Τότε κατάλαβα ότι μερικοί εκεί μέσα ένιωθαν. Έτσι ξεκίνησα να παρατηρώ τους ανθρώπους γύρω μου. Μια αρκετά ενδιαφέρον δραστηριότητα θα έλεγα.

Ωπ, τέλος χρόνου γραφής. Εισάγετε παρακαλώ τα κέρματά σας για περισσότερη επικοινωνία. Δεχόμαστε και πιστωτικές. Δεν κάνουμε πίστωση στη φαντασία.

grito